Παραμύθι

5 Φεβρουαρίου, 2009

Μια φορά και ένα καιρό, τρία αδέρφια αποφάσισαν να μάθουν το νόημα της ζωής. Ρώτησαν τον ιερέα και τον δάσκαλο του χωριού που ζούσαν αλλά δεν ξέραν να τους απαντήσουν. Φύγαν από το χωριό και πηγαίναν σε όλο και μεγαλύτερες πόλεις αλλά πουθενά κανείς δεν ήξερε το νόημα της ζωής.

Μια μέρα συναντάνε έναν ταξιδιώτη και του λένε την επιθυμία τους. Αυτός απαντάει:

«Το νόημα της ζωής το ξέρει ένας σοφός που κατοικεί στην κορυφή ενός βουνού στην άκρη του κόσμου.»

Χωρίς να χάσουν χρόνο τα τρία αδέρφια ξεκίνησαν να βρούνε το βουνό που τους είπε ο ταξιδιώτης. Μετά από ένα μακρινό ταξίδι βρήκαν μπροστά τους ένα σταυροδρόμι με τρεις δρόμους που όλοι οδηγούσαν στο βουνό. Τα τρία αδέρφια τότε αποφάσισαν να χωρίσουν και να πάρει ο καθένας ξεχωριστό μονοπάτι.

Ο μεγαλύτερος πήρε τον αριστερό δρόμο. Πέρασε μία έρημο, πέρασε ένα επικίνδυνο δάσος και έφτασε σε ένα χωριό. Οι χωριανοί που δεν βλέπανε πολλούς ξένους από τα μέρη τους τον καλωσόρισαν και του ζήτησαν να τους πει την ιστορία του. Αυτός τους είπε για το βουνό , τον σοφό και ότι έψαχνε το νόημα της ζωής. Μια κοπέλα άκουσε την ιστορία του και τον κάλεσε να ξαπλώσει στα γόνατα της για να ξεκουραστεί. Και ο μεγαλύτερος αδερφός μόλις ξάπλωσε, έκλεισε τα μάτια του και ξέχασε το βουνό, ξέχασε τα αδέρφια του, ξέχασε και το νόημα της ζωής.

Ο μεσαίος αδερφός, πήρε τον δρόμο που πήγαινε ευθεία. Πέρασε μία έρημο, πέρασε ένα επικίνδυνο δάσος, κολύμπησε μία τεράστια λίμνη και σκαρφάλωσε απόκρημνους βράχους. Μία μέρα καθώς περπατούσε βρήκε στον δρόμο του μία πηγή. Διψασμένος όπως ήταν, σκύβει να πιει λίγο νερό. Αλλά το νερό ήταν πολύ γλυκό και μόλις ήπιε την πρώτη γουλιά, ξέχασε το βουνό, ξέχασε τα αδέρφια του, ξέχασε και το νόημα της ζωής.

Ο μικρότερος αδερφός, πήρε τον δρόμο δεξιά. Πέρασε μία έρημο, πέρασε ένα επικίνδυνο δάσος, κολύμπησε μία τεράστια λίμνη, σκαρφάλωσε απόκρημνους βράχους, πολέμησε τέρατα και περπάτησε σε χιονοθύελλες και σε καύσωνες. Όσες κοπελιές και αν του ζητούσαν να ξεκουραστεί στα γόνατα τους αρνιόταν και κάθε φορά που έβρισκε μια πηγή έριχνε αλάτι στο νερό της για να γίνει αλμυρό. Και μετά από ένα μεγάλο ταξίδι και αφού είχαν μακρύνει τα γένια του και είχαν ασπρίσει τα μαλλιά του, βρίσκει το βουνό που κατοικούσε ο σοφός.

Με όλες του τις δυνάμεις σκαρφαλώνει στην κορυφή όπου και βλέπει τον σοφό να κάθεται και να τον περιμένει. Χωρίς να χάσει χρόνο τον ρωτάει:
«Σοφέ γέροντα έμαθα ότι ξέρεις το νόημα της ζωής. Έκανα μεγάλο ταξίδι για να σε συναντήσω. Σε παρακαλώ μοιράσου το μαζί μου.»

Ο σοφός μετά από μια μικρή παύση του απαντάει:
«Το νόημα της ζωής είναι ένα δέντρο στην μέση της ερήμου που δεν έχει ούτε ρίζες, ούτε κορμό ούτε κλαδιά…»

Ο νεαρός μετά από λίγη σκέψη, του λέει:
«Δηλαδή γέροντα αυτό που θες να μου πεις είναι ότι το νόημα της ζωής δεν υπάρχει πραγματικά, αλλά πρέπει εμείς να το ψάχνουμε για να παίρνουμε δύναμη και να τα καταφέρνουμε στις δυσκολίες της ζωής;»

Τότε ο σοφός αφού του έγνεψε χαμογελώντας, ο νέος ευχαριστημένος που επιτέλους έμαθε το νόημα της ζωής, ξεκίνησε για το ταξίδι της επιστροφής και για να μάθει την τύχη των αδερφών του.

Αφού έφυγε ο νέος, ο σοφός τραβάει κοντά του ένα μεγάλο βιβλίο και γράφει την απάντηση του νεαρού μαζί με τις άλλες που είχαν δώσει όλοι αυτοί που τον ρώτησαν για τον νόημα της ζωής.

Γιατί πραγματικά το νόημα της δεν υπάρχει πραγματικά, αλλά πρέπει εμείς να το ψάχνουμε για να παίρνουμε δύναμη και να τα καταφέρνουμε στις δυσκολίες της ζωής…

Αυτό είναι μια μικρή ιστοριούλα που σκάρωσα μέσα σε λίγη ώρα για κάποιον που μου ζήτησε να του πω ένα παραμύθι. Δεν ήθελα να πω ένα από τα γνωστά παραμύθια, οπότε το ‘κατασκεύασα’ δένοντας μαζί κομμάτια από παραδοσιακά ελληνικά παραμύθια που θυμόμουν και μία ιστοριούλα του Αρκά από το ‘Η ζωή μετά’. Ελπίζω να το απολάυσατε όσο και εγώ όταν το διηγόμουν…

Advertisements